• Γενικό ιστορικό διάγραμμα

    Σ’ αυτό το βουνό, το υμνημένο από περιηγητές, δικούς μας και ξένους, στερεώθηκαν και αναπτύχτηκαν από παλιά τα ξακουστά 24 χωριά - σήμερα είναι περισσότερα - άλλα παραθαλάσσια κι άλλα μεσόγεια. Κάποιοι παραθαλάσσιοι οικισμοί (Κασθαναία, Σηπιάδα, Ορμίνιο, Σπάλαυθρα, Μαγνησία, Μεθώνη, κ.ά.1) υπήρχαν από την αρχαιότητα. Με το πέρασμα των αιώνων τα χωριά αυξάνονται. Στα μέσα του 13ου αιώνα, για παράδειγμα, βρίσκουμε το μικρό χωριό της Κυράς Καλής του Ζερβού και τον οικισμό "Σωτήρα" (περιοχή σημερινής Ζαγοράς) και στα 1273 τα μεγαλοχώρια Άνω και Κάτω Δρυανούβενα (περιοχή σημερινής Πορταριάς)1.

    Θα αναφέρω ακόμα τα Λεχώνια και στο νότιο Πήλιο την πολίχνη Lade2.

    Σπουδαία ώθηση για τη σύσταση χωριών στο Πήλιο δίνεται από τον 12ο αιώνα, όταν καλόγεροι, πιθανότατα του Αγίου Όρους, έρχονται και χτίζουν μοναστήρια. Γύρω απ’ αυτά θα ιδρυθούν, με το πέρασμα του καιρού, οικισμοί από εργατικό προσωπικό αρχικά, κι από άλλους πιστούς ύστερα, που φιλοδοξούσαν να ζήσουν κοντά στα θρησκευτικά καθιδρύματα, κάτω απ’ τη σκέπη του Θεού. Τόση μάλιστα είναι η επίδραση του μοναστηριού, ώστε μερικά νέα χωριά παίρνουν τ’ όνομά του. Έτσι έχουμε: Σωτήρα Ζαγορά (απ’ το μοναστήρι της Σωτήρας), Άγιος Λαυρέντιος (απ’ το ομώνυμο μοναστήρι), Πορταριά (από την Παναγία Πορταρέα), Μακρινίτσα (απ’ τη Μακρινίτισσα Παναγιά) κλπ.

    Με τον ερχομό των Τούρκων στα 1423 παρατηρείται διόγκωση των πηλιορίτικων οικισμών. Από τα πεδινά μέρη δηλαδή οι κάτοικοι, για να αποφύγουν την καταπίεση των Τούρκων, αναγκάζονταν να μετοικίζουν στο Πήλιο, όπου δεν εγκαταστάθηκαν Οθομανοί3. Από το Α' μισό πάλι του ίδιου αιώνα (15ου) αρχίζουν να εγκαταλείπονται ορισμένοι παραθαλάσσιοι οικισμοί και οι κάτοικοι να ανεβαίνουν ψηλότερα, εξαιτίας των απανωτών επιδρομών των πειρατών4. Τότε δημιουργούνται νέα χωριά κι αυξάνεται ο πληθυσμός των άλλων. Το Πήλιο αρχίζει πια να περνάει σε ένα χώρο οικονομικής ανάπτυξης, χάρη στη συστηματική καλλιέργεια της γης στους πρώτους αιώνες, διευρύνοντας τη φήμη του. Έτσι σιγά - σιγά έρχονται και κατασταλάζουν στα χωριά του αρκετοί Ηπειρώτες, Αγραφιώτες, νησιώτες κλπ. άλλοι ως επαγγελματίες (χρυσικοί, γαϊτανάδες, χαλκιάδες, χτι- στάδες κλπ.), άλλοι ως κτηνοτρόφοι κι άλλοι για να αποφύγουν το αφόρητο καθεστώς πασάδων, και ιδιαίτερα του Αλή πασά5. Ο πληθυσμός ανακατώνεται και παράλληλα με την καλλιέργεια της γης και τη σηροτροφία ανθίζουν, όσο περνούν τα χρόνια, η βιοτεχνία, το εμπόριο, η ναυτιλία και διάφορες μορφές τέχνης, όπως θα δούμε λεπτομερειακά στα οικεία κεφάλαια.

    Απότοκος της οικονομικής εξέλιξης είναι και η πνευματική ανάπτυξη του Πηλίου, ένα φαινόμενο που καθρεφτίζεται και στη σύσταση σχολείων από τα μέσα του 17ου αιώνα. Στη δημιουργία των σχολικών μονάδων συνέργησαν και οι Πηλιορίτες μετανάστες στην Ευρώπη, οι οποίοι ζώντας μέσα στο κλίμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού κατά τον παραπάνω αιώνα, συνειδητοποίησαν την προσφορά της εκπαίδευσης για την ανύψωση του ανθρώπου και τη δημιουργία ενός ανώτερου επιπέδου ζωής.

    Σημασιολογώντας λοιπόν σωστά την προσφορά της παιδείας, πολλοί ξενιτεμένοι τότε στέλνουν βιβλία στο Πήλιο και με παρακινητικά γράμματα και χρήματα γίνονται οι ενισχυτές της τάσης για την ίδρυση σχολείων και τη μόρφωση των παιδιών στα πηλιορίτικα χωριά, όπως θα δούμε στο ειδικό κεφάλαιο.

    1. Απόστολου Γ. Κωνσταντινίδου, Τα εν τω Πηλίω άρει παλαιά και σύγχρονα χριστιανικά Μνημεία, Ζαγορά, Αλεξάνδρεια Η.Α.Δ., Σεπτέμβριος 1960, σελ. 19 - 40, όπου και μικρή βιβλιογραφία.
    2. Νικολάου Γιαννόπουλου, Αι παρά την Δημητριάδα Βυζαντιναί Μοναί, Αθήναι 1924, σελ. 156.
    3. α) Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιάς, όπ.π., σελ. 189 κ.ε., β) Κίτσου Μακρή, Μαγνησία, όπ.π., σελ. 181.
    4. Σχετικά ο Αριστοτέλης Κουρτίδης γράφει: «Μετά τήν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως οἱ παρά τά παράλια οἰκοῦντες Μάγνητες, κατατρυχόμενοι ὑπό τῶν ἐπιδρομέων, καί οἱ ἐκ τῆς Εὐβοίας καί τῶν παρακειμένων νησιῶν μεταναστεύοντες, οἵτινες ἔφευγον τούς Ἑνετούς καί τούς Ἀλγερίνους πειρατάς, προσέφυγον εἰς τάς χαράνδρας τοῦ Πηλίου καί τῆς Ὄσσης» (Μέχρι Βώλου - Οδοιπορικαί Σημειώσεις», εφημ. «Εστία» 23 Αυγούατου 1887, σελ. 537). Βλ. και Γιώργου Θωμά, Γύρω απ’ το θρύλο της Γριάς προδότριας, Αρχείον Θεσσαλικών Μελετών, τόμ. Δ', Βόλος 1976, σελ. 68, υποσ. 8 και σελ. 71, υποσ. 16 και σελ. 73.
    5. α) Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιάς, όπ.π., σελ. 192-193. β) Γιώργου Θωμά, Ο Πηλιορίτης οπλαρχηγός Γιώργης Ζορμπάς, Βόλος 1983, σελ. 16.