• Πολεοδομία των οικισμών

    Όλα τα χωριά στο Πήλιο ανήκουν στο απλό τύπο, εξόν από τη Ζαγορά, την Τσαγκαράδα και τον Άνω Βόλο, που μπορούν να υπαχτούν σ’ ένα σύνθετο1. Τα πρώτα αναπτύσσονται και διευρύνονται γύρω από την κεντρική πλατεία, όπου υπάρχει συνήθως και η μητρόπολη, μαγαζιά κλπ. κι απ’ όπου ξεκινούν ή περνούν οι κυριότεροι δρόμοι, ενώ τα δεύτερα αποτελούνται από τέσσερις ενωμένους συνοικισμούς, που ο καθένας διατηρεί τη δική του πλατεία, εκκλησία, δικό του σχολείο, μαγαζιά, καφενεία, βρύσες κλπ. Μια σχετική και χαραχτηριατική εικόνα δίνει στα 1860 ο Νικόλαος Μάγνης με τούτα2:

    «Εἰς τό κεντρικώτερον μέρος ἐκάστου χωρίου εἶναι κτισμένη μεγαλοπρεπής ἐκκλησία προικισμένη καί προικιζομένη πάντοτε ἀπό τούς εὐσεβεῖς μέ κτήματα. Πλησίον αὐτῆς εἶναι ἡ πλατεῖα (παζάρ), λιθόστρωτος, σκιαζομένη ἀπό ὑπερμεγέθεις πλατάνους, ἐντός αὐτῆς ἤ ἐκτός εἶναι κρήνη, χέουσα ἄφθονον καί ψυχρότατον ὕδωρ. Πέριξ τῆς πλατείας ὑπάρχουσι καθίσματα λίθινα, καί εἰς ἕν μέρος αὐτῆς στοά ἤ περιστύλιον (χαϊάτι). Την ίδια εικόνα δίνει κι ο Νικόλαος Γεωργιάδης στα 1880 και 18943.

    Είναι αυτονόητο λοιπόν, ότι στην πλατεία του κάθε χωριού και του κάθε μαχαλά παρατηρείται πιο έντονη κοινωνική ζωή μεταξύ των αντρών κυρίως, και περισσότερο κατά τις Κυριακές, όταν ανεβαίνουν στην έδρα τους οι εξοχίτες. Οι γυναίκες ως χώρο τέτοιας ζωής έχουν τη βρύση, όπως θα γνωρίσουμε σε άλλο κεφάλαιο.

    Η Πορταριά γύρω στα 1804
    Η Πορταριά γύρω στα 1804 (έργο του Έντουαρντ Ντόντουελ).

    Άξιο προσοχής είναι πως η ανώμαλη φυσιογνωμία του βουνού, δεν εμπόδισε την οικιστική ανάπτυξη των χωριών. Αντίθετα οι Πηλιορίτες την εκμεταλλεύτηκαν, δίνοντας ένα σωστό προσανατολισμό: Τα χωριά «κοιτάζουν» κατά την ανατολή ή το νότο, με εξαίρεση το Ανήλιο, τη Μιτζέλα και το Βένετο, που αναγκαστικά στρέφονται προς το βορρά. Οι κάτοικοι δηλαδή αξιοποίησαν το ανώμαλο του εδάφους με την κατασκευή ημιδιόροφων χτισμάτων, αναλημματικών τοίχων, πεζουλιών, καλντιριμιών, βρυσών, ρυακιών και βέβαια με τη χάραξη πλατειών και τη διαμόρφωση άλλων ανοιχτών χώρων, απ’ όπου χαίρεται κανείς τη θέα. Το πλεονέχτημα τούτο υπογραμμίζει αρκετές φορές στα 1815 κι ο Αργύρης Φιλιππίδης. «Ἒχει ἕνα θώρι - αναφέρεται στη Μακρινίτσα - ἀπό μακριά ὡραιότατον»4 «(...) ἔχει ἕνα ἀέρα καθαρόν - ο λόγος για το Κεραμίδι - καί γι’ αυτό «εἶναι ἄνθρωποι ὑγιεῖς»5. «(...) ἔχει μία θέα ὡραιοτάτη» παρατηρεί για τον Αγιο Γεώργιο Νηλείας6.

    Ο Κισσός στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας
    Ο Κισσός στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Έσπερο» της Λειψίας στις 15/27 Μαΐου 1882.

    Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς από τα παραπάνω, πως η πολεοδομική εικόνα των πηλιορίτικων χωριών δεν έγινε στην τύχη. «Τό πηλιορείτικο χωριό - παρατηρεί ο Κίτσος Μακρής7 - δέν εἶναι τυχαῖο καί ἀσυνάρτητο ἄθροισμα σπιτιῶν καί ἄλλων κατασκευῶν. Εἶναι ἕνας ζωντανός ὀργανισμός μέ λειτουργική καί αἰσθητική ἐντελέχεια».

    1. α) Κίτσου Μάκρη, Η Λαϊκή Τέχνη του Πηλίου, όπ.π., σελ. 47, β) Του ίδιου, Μεταβυζαντινή και Νεώτερη Μαγνησία, όπ.π., σελ. 183. Εδώ ο Κίτσος Μακρής μιλάει και για έναν τρίτο τύπο των χωριών, το επίνειο, που άλλοτε αποτελεί χωριστό οικισμό (Μιλίνα, Αϊ - Γιάννης Κισσού, Αγριά κλπ.) κι άλλοτε μαχαλά του κοντινού χωριού (Χορευτό Ζαγοράς, Καμάρι Κεραμιδιού, Αγία Κυριακή του Τρίκερι κλπ.).
    2. Περιήγησις..., όπ.π., σελ. 47.
    3. Θεσσαλία, όπ.π., σελ. 108.
    4. Θεοδόση Κ. Σπεράντσα, Τα περισωθέντα Έργα του Αργύρη Φιλιππίδη, όπ.π., σελ. 150.
    5. Θεοδόση Κ. Σπεράντσα, Τα περισωθέντα Έργα του Αργύρη Φιλιππίδη, όπ.π., σελ. 197.
    6. Θεοδόση Κ. Σπεράντσα, Τα περισωθέντα Έργα του Αργύρη Φιλιππίδη, όπ.π., σελ. 160.
    7. Η Λαϊκή τέχνη του Πηλίου, όπ.π., σελ. 47.