• Τα αποχαιρετιστήρια συμπόσια

    Στις παλιές συνήθειες των Πηλιοριτών, που φαίνεται πως είναι γέννημα των πρώτων δεκαετιών του 18ου αιώνα όταν άρχισε για τα καλά ο ξενιτεμός των αντρών, είταν και τα αποχαιρετιστήρια γλέντια. Δυο τρεις μέρες δηλαδή πριν φύγει η ομάδα των αντρών για τα ξένα, συνάζονταν οι οικογένειές τους και οι φίλοι τους, μαζί κι αυτοί οι ίδιοι, σε κάποιο από τα σπίτια τους· να φάνε όλοι αντάμα, να πιούνε και να γλεντήσουν. Είταν βέβαια ολοφάνερο το στοιχείο της θλίψης, ιδιαίτερα στους στενούς συγγενείς εκείνων που θα ξενιτεύονταν. Ωστόσο η θερμή επικοινωνία όλων, κάτω μάλιστα κι από την επήρεια του κρασιού, γλύκαινε κάπως τον πόνο, και το κλίμα μεταβαλλόταν. Σιγά σιγά άναβε το κέφι, και τα τραγούδια περνούσαν στην πρώτη γραμμή της αναζήτησης. Φυσικά η κατάληξη είταν οι χοροί. Αδερφωμένοι όλοι, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, τόνιζαν -όσο περνούσαν μάλιστα οι ώρες της νύχτας- περισσότερο τα τραγούδια τους και μετατρέπανε τους οντάδες των σπιτιών τους σε πρόχειρα χοροστάσια. Χόρευαν κι έπιναν. Τσούγκριζαν τα ποτήρια και ξεστόμιζαν τις ευχές, που στρέφονταν κυρίως στους ετοιμασμένους να φύγουν για τα ξένα: «Ώρα η καλή», «καλό κατευόδιο», «η Παναγιά μαζί σας», «καλή ζωή στα ξένα», «καλή πατρίδα πάλι», «καλές αντάμωσες» κλπ. Έτσι μια συγκέντρωση λύπης περισσότερο, εξελισσόταν και κατέληγε -τόσες φορές- σε τρικούβερτο γλέντι με τον αντίλαλό του να απλώνεται ως πέρα.

    Ξακουστά είταν τα συμπόσια στο Βένετο, που ξεσήκωναν όλο το χωριό. Εδώ, αφού περνούσαν τη νύχτα γλεντώντας, έβγαιναν όλοι στο δρόμο και ξεπροβόδιζαν τους άντρες που θα ’φευγαν, είκοσι λεπτά με τα πόδια έξω απ’ το χωριό. Όταν απόχτησαν μάλιστα κι ένα γραμμόφωνο αργότερα, το ’παιρναν κι αυτό στα χέρια να παίζει ασταμάτητα στη διαδρομή. Προχωρούσαν, τραγουδούσαν και χόρευαν1.

    Ξεπροβοδίσματα των αντρών που έπαιρναν το δρόμο του μισεμού, παρατηρούνταν και σ’ όλα τα χωριά, χωρίς τραγούδια όμως. Ποτέ δεν θα ’φηναν οι Πηλιορίτες να φύγει δικός τους άνθρωπος ασυνόδευτος. Μάλιστα ο τελευταίος, προτού αναχωρήσει, πήγαινε στην πλατεία κι αποχαιρετούσε τους χωριανούς που έβρισκε με την ευχή «αφήνω γεια»2, κι ύστερα ξεκινούσε πάντοτε με συνοδεία. Τον συνόδευαν ως ένα ορισμένο σημείο στενοί συγγενείς του, μια και δυο ώρες μακριά.

    Ζωηρά γλέντια του αποχωρισμού, και πολυήμερα μάλιστα, συναντούσαμε στο Τρίκερι όχι μόνο για τους άντρες που θα ξενιτεύονταν, αλλά και για τους σφουγγαράδες που θα αναχωρούσαν σε μακρινές θάλασσες να δουλέψουν. Ξενυχτούσαν κι εδώ, διασκεδάζοντας, κι όταν ερχόταν η μέρα της αναχώρησης, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι κατέβαιναν στο επίνειο του χωριού, την «Αγία Κυριακή» -δυο χιλιόμετρα κατήφορος- να ξεπροβοδίσουν τα σφουγγαράδικα καΐκια του Τρίκερι. Εκεί και παρέμειναν μέχρις ότου τα πλεούμενα έφταναν κι «έγερναν» στο ανατολικό ακρωτήρι, χαιρετώντας τα δακρυσμένοι με τα μαντίλια, για να χαθούν από τα μάτια τους πια. Τελικά το ακρωτήρι αυτό που τους «χώριζε» ονομάστηκε Μαυροακρωτήρι>Μαυρουκριτήρ’· μέχρι σήμερα έτσι λέγεται.

    Πιο ξέφρενα όμως είχαν τα γλέντια, που οργανώνονταν στο ίδιο χωριό, για να πανηγυριστεί η επιστροφή των σφουγγαράδων. Εδώ πια η ανέκφραστη χαρά του γυρισμού τόνωνε τη διάθεση για ασυγκράτητο φαγοπότι και παράλογο μεθύσι. Μπορούσε και τρεις νύχτες συνέχεια να πανηγηρίζουν την επιστροφή τους οι θαλασσινοί του Τρίκερι3. Μεγάλα ξεφαντώματα συναντούσαμε και στη Ζαγορά με την ευκαιρία της επιστροφής των ζαγοριανών καραβιών. Παραθέτω εδώ σχετικά αποσπάσματα από μια λαϊκή αφήγηση Ζαγοριανής, που έχει καταγράψει ο Γιάννης Κορδάτος4:

    «...τί μεγάλο πανηγύρι γίνονταν στη χώρα (=Ζαγορά) ὄντας ἀγναντεύαμε τά καράβια μας νά ἔχουν πανιά γιά τό Χορευτό, γεμάτα πραμάτειες καί ἀράζανε ἀράδα-ἀράδα, ἀπό τά Κιόσια ὡς τις (sic) Παρίσενας5. Ἀρμάδα σωστή. Κατέβαινε κάτω στό γυαλό (sic) ὅλο τό χωριό, μικροί καί μεγάλοι, γιά νά καλωσορίσουν τους καπεταναίους (...) Φέρνανε ἕνα σωρό καλούδια. Ἀπό τόν πιό τρανό καπετάνιο ὡς τόν πιό μικρό ναύτη, ὅλοι τους εἲχανε ἀπό ἕνα δέμα καθώς καί πεσκέσια γιά τούς δικούς τους καί τούς γνώριμους. Τότες εἶχε Ἀνάσταση τό χωριό καί τότες φορούσανε τά γιορτινά τους (...) Καί τ’ ἀπομεσήμερο ψένανε ἀρνιά καί κατσίκια καί κάνανε ζέφκια (= ευωχία, διασκέδαση). Μικροί καί μεγάλοι στήνανε χορό καί τά νταούλια καί οἱ ζουρνάδες τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες βαροῦσαν (...)»6.

    1. Λεπτομέρειες γι’αυτά τα γλέντια, βλ. Γιώργου Θωμά, Αποχαιρετιστήρια συμπόσια στο Πήλιο, εφημ. «Η Θεσσαλία» 16 Δεκεμβρίου 1984.
    2. Ο αποχαιρετισμός είταν μέσα στις υποχρεώσεις κάθε χωριανού που θα ξενιτευόταν. Από την προπαραμονή θα περνούσε από τα σπίτια έστω και των μακρινών συγγενών, για να αποχαιρετήσει όλους. Το ίδιο έκανε και στο δρόμο. Κρατώ στ’αρχείο μου ένα αχρονολόγητο χειρόγραφο Πηλιορίτη ξενιτεμένου, όπου περιγράφονται οι βαριές ώρες του αποχωρισμού.
    3. Τέτοια θορυβώδη γλέντια της επιστροφής και της αναχώρησης των σφουγγαράδων διατηρήθηκαν έως το 1965 περίπου στο Τρίκερι. Στα 1957-1958 έπαιρνα μέρος κι εγώ σ’αυτά, κι άκουγα διηγήσεις από γέρους ναυτικούς για παρόμοια ξεφαντώματα των θαλασσινών στο χωριό τους.
    4. Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιάς, όπ.π., σελ. 355.
    5. Κιόσια και Παρίσενας είναι δυο ακτωνύμια δεξιά και αριστερά του Χορευτού. Απέχουν μεταξύ τους δυο περίπου χιλιόμετρα.
    6. Αναφορά σε τέτοιες διασκεδάσεις βρίσκουμε και σε δημοτικό τραγούδι της Ζαγοράς, που παραθέτει ο Γιάννης Κορδάτος (Ιστορία..., όπ.π., σελ. 354-355):
      • «(...) νάρθουνε τά ζαγοριανά (= καράβια)
        τό ἕνα πίσω ἀπ’ τ’ ἂλλο
        γιά νά στολίσουν τό γιαλό
        νά δοῦμε τούς δικούς μας·
        νά γίνουν ξεφαντώματα
        νά φύγουν οἱ καϊμοί μας
        ».