• Ο ΚΙΟΥΤΑΧΗΣ ΣΤΟ ΝΟΤΙΟ ΠΗΛΙΟ

    Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε σε δυο μέρη στην εφημερίδα «Η Θεσσαλία» στις 24 και 26 Μαρτίου 1963.

    Ἡ ἐπανάσταση στὸ Πήλιο, μ’ ὃλο ποὺ ἐκφυλίστηκε ὓστερα ἀπὸ εἰκοσιεφτὰ μῆνες καὶ κατέληξε σὲ μιὰ συνθηκολόγηση στὸ Τρίκερι, ἀφοῦ ἔμεινε ἀνεπικούρητη ἀπ’ τὴ τοτινὴ κυβέρνηση, παραμένει στὴν ἰστορία σὰ μιὰ πράξη ἡρωϊκῆς ἔξαρσης, ποὺ εἶχε εὐεργετικὸ ἀντίχτυπο στὴν ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα. Ὃσο κι’ ἄν μερικοὶ ἱστορικοὶ θεώρησαν ἐξόφληση χρέους τὴ συμπύκνωση τῶν καθέκαστων αὐτῆς σὲ λιγοστὲς μόνο γραμμὲς, ὡς τόσο γιὰ τὸν ἱστορικὸ ποὺ βλέπει κάτω ἀπὸ διαυγέστερο πρῖσμα τὰ ἐπαναστατικὰ γεγονότα, ἡ πηλιορείτικη ἐξέγερση, πέραν τοῦ ὃτι ἀποτελεῖ ἕνα μνημεῖο ἡρωϊκῆς ἔξαψης τῆς προγονικῆς μας γενιᾶς, ἀποχτάει βαρύτητα διπλῆ. Πρῶτα γιατὶ εἶχε ἠθικὴ ἐπίπτωση στοὺς λοιποὺς ἐπαναστάτες καὶ δεύτερο γιὰ τὸ λόγο ὃτι ἀπασχόλησε γιὰ καιρὸ τοὺς στρατηγικώτερους τότε πασάδες τῆς Πύλης. Τὸ Δράμαλη (Μαχμοὺτ - Πασᾶ) καὶ τὸν Κιουταχῆ (Ρεσὶτ - Πασᾶ). Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ Νότια Ἑλλάδα ἄργησε νὰ δεχτῆ τὸ βάρος τῶν δύο πασάδων, μὲ συνέπεια οἱ ἐπαναστάτες νὰ πυκνώσουν τὶς γραμμὲς τους, νὰ ἐξοικειωθοῦνε μὲ τὸ κλεφτοπόλεμο καὶ νὰ ὀργανώσουν σωστότερα τὴν ὃλη τους κίνηση.

    Ἀπ’ τοὺς σημαντικοὺς αὐτοὺς σερασκέρηδες ἐκεῖνος ποὺ τὰ χρειάστηκε κι’ ἀναγκάστηκε νὰ παρατείνη τὴ μαχητικὴ παραμονὴ του στὸ Νότιο Πήλιο, ὃπου ἡ ἐπαναστατικὴ ἑστία διατηροῦνταν ἀκέραια, ἦταν ὁ πολὺς Κιουταχὴς. Ὁ Κιουταχὴς μὲ τ’ ἀσκέρι του ξεκίνησε ἀπ’ τὴ Λάρισα τὸν Ἀπρίλη τοῦ 1823 μὲ πρόθεση νὰ χτενίση τὸ Νότιο Πήλιο καὶ νὰ σβήση τὴ φλόγα τῆς ἐπανάστασης ποὺ ξάναψε γιὰ δεύτερη φορὰ ἐκεῖ ἀπ’ τοὺς Καρατασαίους τῆς Μακεδονίας, τοὺς Μπασδέκηδες τῆς Ζαγορᾶς, τοὺς Ζορπάδες τοῦ Προμυριοῦ κ. α. Στή πρώτη τοῦ Μαγιοῦ βρίσκουνταν στὸ πηλιορείτικο τουρκοχώρι Λεχώνια. Ἀπὸ κεῖ, μέσα σὲ ἰαχὲς ἐνθουσιασμοῦ καὶ παρακλήσεις πρὸς τὸν Ἀλλὰχ ἀπ’ τοὺς τούρκους τῶν Λεχωνίων γιὰ τὴν εὐόδωση τῆς ἐπιχείρησης, ὁ Ρεσὶτ - Πασᾶς ξεκίνησε γιὰ τὸ Τρίκερι. Μαζὶ του ἤταν κι’ ὁ Λουμποὺτ - Πασᾶς, ὁ κατοπινὸς καταλυτὴς τοῦ Προμυριοῦ. Μπροστὰ στὴ μυρμηγκιὰ αὐτὴ τῶν ἐχθρῶν, θάρρεψαν κάμποσοι ἀντάρτες κι’ ἀντιστάθηκαν, ἀλλὰ τοῦ κάκου. Κανένα ἀποτέλεσμα δὲν ἔφεραν.

    Ἀνενὸχλητοι ἔτσι οἱ πασάδες ἔφτασαν στὴ θαλάσια περιοχὴ τῆς Ἀργαλαστῆς «Λεφόκαστρο». Οἱ ἐπαναστάτες ποὺ ἦταν ἐκεῖ θέλησαν νὰ τοὺς κόψουν τὸ δρόμο, χωρὶς ὃμως νὰ τὰ καταφέρουν. Ἐκτὸς ἀπ’ τὴ φθορὰ ποὺ ἔκαναν στὸ τούρκινο ἀσκέρι, τίποτα ἄλλο δὲν πέτυχαν. Ὑποχώρησαν ὃμως φυσιολογικὰ πρὸς τὴ περιοχὴ τοῦ Τρίκερι.

    Στὸ ἀναμεταξὺ ὁ Γαζῆς ἀπ’ τὴν Εὔβοια, μαθαίνοντας σὲ ποιὸ κρίσιμο σημεῖο ἔφτασε ἡ ἐπανάσταση στὸ Πήλιο, στέλνει γράμμα στοὺς μαχητὲς, γιὰ νὰ κρατήση τὸ ἠθικὸ τους σ’ ἀκμαιότητα. Ἔμαθε κι’ ὁ γέρο - Καρατάσος τὴ προέλαση τοῦ Ρεσὶτ κι’ ἄφησε τὴ Ζαγορὰ καὶ μὲ καράβι ἒτρεξε στὸ Τρίκκερι, προκειμένου νὰ ὀργανώση τελειότερα τὴν ἄμυνα ἐκεῖ. Καὶ τὰ κατάφερε. Οἱ στοματικὲς πληροφορίες ποὺ ἄκουσα ἀπὸ πολλοὺς στὸ Τρίκερι συγκλίνουν στὴ παραδοχὴ ὃτι ὁ ἀρχηγὸς στρατολόγησε ἀκόμα καὶ γυναικόπαιδα ἀπ’ τὸ χωριὸ, γιὰ νὰ κρατηθῆ ἐλεύθερος ὁ βράχος. Σύμφωνα μὲ τὴ παράδοση ὁ τρικεριώτικος πληθυσμὸς μὲ τὴ συντρομὴ καὶ τῶν πολεμιστῶν ὓψωσαν μὲς σὲ μιὰ νύχτα τεῖχος στὸ λαιμὸ ποὺ σχηματίζεται δύο - τρία χιλιόμετρα μπροστὰ ἀπ’ τὸ Τρίκκερι. Τὸ τεῖχος αὐτὸ διατηρεῖται μισοκαταστραμμένο βέβαια ὣς τὰ σήμερα. Ἀρχίζει ἀπ’ τὴ παραλία τοῦ «Διακόπη» κι’ ἀνεβαίνει πρὸς τ’ ἀψηλὰ τοῦ Τισσαίου.

    Χάρη λοιπὸν σ’ αὐτὴ τὴ πέτρινη γραμμὴ καὶ τὴν παλληκαριὰ τῶν ἐπαναστατῶν ὁ Κιουταχῆς ἔσπασε τὰ μοῦτρα του, ὃταν θέλησε νὰ τὰ βάλη μ’ αὐτοὺς κατὰ τὰ μέσα τοῦ Μάη τοῦ 23. Ὡς τόσο δὲ παρατήθηκε. Ὑποχώρησε κι’ ἐτοιμάστηκε γιὰ νέα ἐπίθεση. Δυστυχῶς ὃμως καὶ στὴ περίπτωση τούτη οἱ κοτζαμπάσηδες τοῦ Νοτίου Πήλιου δὲν πῆραν θέση καλὴ ἀπέναντι στὸ πατριωτικὸ κίνημα. Ἀφοῦ προσπάθησαν - μάταια βέβαια - νὰ πάρουν μὲ τὸ καλὸ τοὺς καπεταναίους γιὰ νὰ πετάξουν τ’ ἃρματα, ὠργάνωσαν σῶμα νὰ χτυπήση τοὺς ἀντάρτες. Οἱ τοῦρκοι συνέδραμαν τὸ σῶμα κι’ οἱ προδότες τόλμησαν κι’ ἄνοιξαν πόλεμο μὲ τὰ χωριὰ τῆς Ἀργαλαστῆς. Ἀλλὰ κάθε τους ἀντεθνικὴ ἐνέργεια ἦταν καταδικασμένη.

    Στὶς δραματικὲς αὐτὲς ὧρες ὁ ἀρχηγὸς τῆς τοπικῆς ἐπανάστασης κινεῖ γῆ καὶ οὐρανὸ γιὰ νὰ πάρη μὲ τὸ μέρος του τοὺς κοτζαμπάσηδες τῶν Τρικκέρων. Μὲ γράμματα διεκτραγωδεῖ τὴν κρισιμότητα τοῦ ἀγῶνα καὶ τοὺς παρακαλεῖ νὰ σηκωθοῦν στὸ ὓψος τῶν περιστάσεων.

    Ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα, ὃταν οἱ ἄντρες τοῦ Κιουταχῆ ρίχτηκαν ξανὰ στὶς 5 Ἰουνίου νὰ ξετοπίσουν τοὺς Ἓλληνες καὶ νὰ καταλάβουν τὸ Τρίκκερι. Μὰ οἱ πατριῶτες ἀντισταθήκανε γενναῖα καὶ κράτησαν μ’ ἐπιτυχία τὸ βάρος τῶν ἐπιθέσεων τῶν ἀντιπάλων. Πάλι ὃμως δὲν ἔλεγαν ν’ ἀφήσουν τὸν τόπο ἣσυχο οἱ ἐχθροὶ. Ὁ Κιουταχῆς ὠργάνωσε καινούργια ἔφοδο. Τότες ὁ Καρατάσος, γιὰ νὰ φέρη ἀντιπερισπασμὸ στὸ στρατόπεδο, πῆγε καὶ πολιόρκησε τοὺς τούρκους ποὺ κρατοῦσαν τὸν Ἁλατὰ, νησὶ ποὺ βρίσκεται μπροστὰ στὴ Μηλίνα. Ἡ ἐπίμονη πολιορκία στέφτηκε ἀπὸ δάφνες. Ἡ χαριστικὴ βολὴ γιὰ τοὺς φρουροὺς τοῦ νησιοῦ δόθηκε στὶς 14 Ἰουνίου, ὃταν φούντωσε ἡ μάχη κι’ οἱ Καρατασαῖοι νίκησαν κατὰ κράτος, ἀφοῦ ἔπιασαν μάλιστα ζωντανοὺς καὶ 240 τούρκους αἰχμαλώτους.

    Μ’ ὃλη ὃμως τὴ κακοτυχία ποὺ ἔδερνε τὸ στράτευμα τοῦ Κιουταχῆ ἐπὶ ἑνάμισυ μήνα, ὁ τελευταῖος ἦταν ὡρκισμένος νὰ φέρη ὁπωσδήποτε ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπαναστάτες, ἄντρες ψυχωμένοι κι’ ὃλο καρδιὰ, μ’ ὄλο ποὺ ἀντιμετώπιζαν ἕνα σωρὸ ἐλλείψεις κι’ οὔτε κὰν μποροῦσαν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὸ ἀναρίθμητο τουρκομάνι, δὲν ἔλεγαν νὰ διπλώσουν τὴ μαχητικὴ τους σημαία. Εἴχανε μάλιστα βγῆ κι’ ἒξω ἀπ’ τὸ τρικκεριώτικο βράχο ὡρισμένοι καὶ χτυπούσανε τοὺς ὀθωμανοὺς. Ἓνα τέτοιο γιουρούσι κάνανε καὶ στὴ θέση «Παναγιὰ», ἀνάμεσα Μηλίνας καὶ Τρίκκερι στὶς 14 Ἰουνίου 1823. Ἡ σύγκρουση ἦταν τρομερὴ κι’ ὁ Κιουταχῆς τὰ βρῆκε σκοῦρα. Οἱ στρατιῶτες του μπρὸς στὴν ἀγωνιστικὴ ἒξαψη τῶν ἑλλήνων ἀλαφιάστηκαν. Στὸ τέλος ἀρχισαν νὰ ὑποχωροῦν. Τὴν ὀπισθοχώρηση ὃμως αὐτὴ πολλοὶ τὴν πλήρωσαν μὲ τὰ κεφάλια τους. Ὁ Κιουταχῆς, βλέποντας τ’ ἀσκέρι του νὰ κλονίζεται, δίνει διαταγὴ νὰ φονεύεται στὸν τόπο κάθε ἕνας ποὺ θἄδειχνε δειλία. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ μέσα αὐτὰ τίποτε δὲν κατωρθώθηκε γι’ αὐτοὺς. Οἱ πολεμιστὲς ἔγραψαν στὸ ἐνεργητικὸ τους καὶ τὴ τέταρτη μεγάλη τους ἐπιτυχία καὶ κάτω ἀπ’ τὴ δυναμικὴ ἡγεσία τοῦ Καρατάσου, τοῦ Γάτσου, τοῦ Μπασδέκη, τοῦ Λιακόπουλου κ.ἄ. γιὰ μιὰ φορὰ σφυροκόπησαν τὸν ἐχθρὸ.

    Ἡ κατάστασι ὃμως ὁλονὲν κι’ ἐπιδεινώνουνταν γιὰ τοὺς ἀγωνιστὲς τῆς πατρίδας. Τὰ τροφίματα σώνουνταν τὰ πολεμοφόδια ἔπαιρναν τέλος κι’ οἱ φθορὲς σ’ ἔμψυχο ὑλικὸ ἀπ’ τὶς μάχες ὃλο καὶ πλήθαιναν. Ὓστερα ἦταν καὶ καλοκαίρι καὶ τὸ νερὸ δὲν ἔφτανε γιὰ τὴν ὓδρευση τῶν πατριωτῶν στὸν ξερότοπο ἐκεῖνο. «Τὰ δεκαπέντε πλοῖα (ποὺ μετέφεραν νερὸ ἀπὸ μακριὰ) δὲν μποροῦν νὰ μᾶς προφτάσουν», ἔγραψε ὁ Καρατάσος σὲ μιὰ ἔκθεση πρὸς τὴν κυβέρνηση.

    Ὃλα ταῦτα εἶχαν δυσμενῆ ἀντίχτυπο στὸ μαχητικὸ φρόνημα τῶν πολέμαρχων καὶ κλόνιζαν τὸ ἠθικὸ τους. Ἀπ’ τὸ ἄλλο μέρος πάλι διέκριναν τὴν ἀλύγιστη ἐμμονὴ τῶν ἀντιπάλων νὰ παραμείνουν ἀκόμα στὴν περιοχὴ καὶ μαῦρα σύννεφα βάραιναν τὴ ψυχὴ τους. Μιὰ ἀγωνία ποὺ γίνονταν τυραννικὴ, σὰν ἒβλεπαν τὶς ἐπανωτὲς ἐκκλήσεις ποὺ ἔστελνε στὸ Κουβέρνο γιὰ βοήθεια, νὰ πηγαίνουνε στὸ βρόντο.

    Μολαταῦτα ὁ γέρο - Καρατάσος, σὰν ἀρχηγὸς τῆς δράκας τῶν ἀγωνιστῶν κρατοῦσε ἀκόμα. Ἄν καὶ δὲν ἔβλεπε ἀνταπόκριση στὰ παρακλητικὰ του γράμματα πρὸς τὴν Κυβέρνηση, ὡς τόσο δὲν ἀπελπίζονταν. Προσπαθοῦσε μὲ κάθε τρόπον νὰ διεγείρη τὴ φιλανθρωπία τῶν νοτιοελλαδικῶν, ὣστε νὰ ἐπικουρηθῆ τὸ στρατιωτικὸ σῶμα τῆς Μαγνησίας. Καὶ πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγωνία συνεχίζει σὲ μιὰ του ἔκθεση πρὸς τὴ Διοίκηση: «... Τὶ θὰ γίνωμε ἀγνοεῖται. Ἐγὼ ὡς πασίδηλον δὲν ἔπαυσα ἀπὸ τοῦ νὰ πολεμῶ κατὰ τῶν ἐχθρῶν, ἐξ ἧς ὣρας ἔχασα καὶ τὸ σπίτι μου καὶ τὰ πράγματὰ μου καὶ φαμελιὰν μου... Γνωρίζετε τὰ ἔξοδα ὁποὺ θέλω, τὰ ὁποῖα ἄχρι τοῦδε τὰ οἰκονόμησα ὃπως ἠμπόρεσα, εἰς τὸ ἑξῆς ὃμως εἶναι ἀδύνατον· διὰ τοῦτο εἰδοποιεῖσθε ὃλα τὰ τρέχοντα διὰ νὰ προφθάσετε μὲ κάθε βοήθειαν ἐφοδίων καὶ λοιπῶν ἀναγκαίων, διὰ νὰ βασταχθῆ ἡ θέσεις αὓτη. . .». Ἀλλοῦ πάλι τοὺς τὰ ψάλλει ἀπ’ τὴ καλὴ καὶ ὠμὰ, γράφοντας: «Μὲ μεγάλον κακοφανισμὸν καὶ ἀγανάκτησιν σᾶς γράφω διὰ τὴν μεγάλην ἀδιαφορίαν ὁποῦ ἡ Πελοπόννησος κάμνει καὶ δὲν ἐβγαίνει ἒξω στρατεύματα εἰς τὰς ἀθλίας ἐπαρχίας τῆς Θεσσαλίας, αἳτινες ἔγιναν θῦμα δι’ αὐτὴν καὶ μόνον καὶ αὐτὴ ἀδιαφορεῖ τώρα μῆνας τέσσαρας. Ἀκούονται στρατεύματα ἐξερχόμενα εἰς τὰ ἒξω καὶ ἕως τώρα τίποτε δὲν φαίνεται. Ἀγνοῶ ὃμως ἄν ἔχη σκοπὸν νὰ ἀφανισθῶμεν ὃλοι οἱ ἔξω καὶ νὰ σωθῆ αὐτὴ καὶ μόνο... πλὴν οἱ αἴτιοι ἄς δώσουν ἀπολογίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ αἰῶνι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι».

    Ἡ καθυστέρηση τῆς ἀποστολῆς βοήθειας σὲ ἒμψυχο καὶ ἄψυχο ὑλικὸ στὴ Μαγνησία ἦταν συνέπεια ὄχι καθολικῆς ἀντίδρασης τῶν πελοποννησίων, ἀλλὰ ὡρισμένων. Ὃλοι εἶχαν συνειδητοποιήσει τὴ στρατηγικὴ σημασία τοῦ ἀκραίου αὐτοῦ ὀχυροῦ τῆς Θεσσαλίας μὰ ἐφ’ ὃσον ὑπῆρχε ἀσυνενοησία στὸ ἄν ἔπρεπε ἤ ὄχι νὰ ἐνισχυθῆ αὐτὸ, κανένας δὲν ἀναλάμβανε ρόλο ἐπικουρικὸ ἐκεῖ. Ἀκόμα κ’ ὁ ἴδιος ὁ Κολοκοτρώνης μαζὶ μὲ τὸν Κ. Δεληγιάννη, τὸ Νοταρᾶ, τὸ Φωτήλα κ.ἄ. εἶχαν ἐναντιωθῆ σὲ κάθε προσπάθεια συνδρομῆς τοῦ πηλιορείτικου ἀγώνα. Τελικὰ ὃμως καὶ ὓστερα ἀπὸ ἀντιμαχόμενες συζητήσεις, ἐπικράτησε ἡ άντίληψη ἐκείνων ποὺ σκέφτουνταν τίμια καὶ σωστὰ. Ἡ διοίκηση τῆς ἐπαναστατημένης Ἑλλάδας ἀνέθεσε στὸ θεσσαλὸ πατριώτη Χριστόφορο Περραιβὸ νὰ ἀναλάβη τὸ ἔργο τῆς ἀπόβασης στὸ Πήλιο δυνάμεων, πολεμοφοδίων καὶ τροφίμων. Οἱ καινούργιες ἀντιδράσεις ὃμως ποὺ ξεσηκώθηκαν ξανὰ, ἐμπόδισαν τὸν Περραιβὸ νὰ βάλη σὲ ἐφαρμογὴ τὸ σκέδιο. Ἀναγκάστηκε τότες αὐτὸς νὰ ἀποταθῆ ἐγγράφως πρὸς τὴ Κυβέρνηση, γιὰ νὰ ὀργανωθῆ μιὰ ὣρα ἀρχήτερα ἡ ἐκστρατεία του αὐτὴ, ὑπογραμμίζοντας παράλληλα ὃτι ἡ «ἀσφάλεια καὶ στερέωσις τῆς ἀπελευθερωθείσης Ἑλλάδος εἶναι ἡ κυρίευσις τῆς Θεσσαλίας καὶ ἡ ὀχύρωσις τῶν Θεσσαλικῶν Τεμπῶν. Αὓτη - συνεχίζει ὁ Περραιβὸς, ποὺ ἔβλεπε μακρύτερα ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους - ἒχουσα ἔκτασιν πολλὴν καὶ γῆν καρποφόρον, δύναται νὰ τρέφη παντοτεινὰ πολυάριθμα ὀθωμανικὰ στρατεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν θ’ ἀφήνουν ποτὲ ἣσυχον τὴν λοιπήν Ἑλλάδα...».

    Παρόμοιες προσπάθειες πρὸς τὴν Κυβέρνηση γιὰ νὰ βοηθηθῆ τὸ Τρίκκερι ἔκανε κι’ ὁ Κωλέττης. Ἄνθρωπος μ’ ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες καὶ διαισθητικὸς, καταλάβαινε πὼς ἂν χάνουνταν τὸ παιγνίδι στὴ Μαγνησία, κινδύνευε ἡ Εὔβοια, ἡ Στερεὰ Ἑλλάδα, ἀκόμα καὶ ἡ Πελοπόννησος.

    Μολαταῦτα ἡ πολύπαθη Μαγνησία καμμιὰ βοήθεια δὲν ἒβλεπε. Κι’ ἀφοῦ πήγαινε νὰ ματαιωθῆ τὸ στρατιωτικὸ σχέδιο τοῦ Περραιβοῦ, τὸ ὑπουργεῖο τῶν Ναυτικῶν ἀναγκάστηκε νὰ ἐπέμβη καὶ νὰ παρακαλέση τοὺς Ψαριανοὺς νὰ βοηθήσουν «τοὺς πάσχοντας Μαγνησιώτας».

    Στὸ μεταξὺ, ὓστερα ἀπὸ ἀτέλειωτες παρασκηνιακὲς συζητήσεις καὶ διαξιφισμοὺς, ἡ Κυβέρνηση κατέληξε στὴν ἀπόφαση νὰ ἐπιτρέψη στὸν Περραιβὸ νὰ ἀναλάβη τὸ πολεμικὸ του ἐγχείρημα. Μὰ ὃταν πῆρε τὴ διαταγὴ ὁ Περραιβὸς ἀρρώστησε. Ἔμεινε πάλι τὸ θέμα τῆς ἐκστρατείας μετέωρο. Ὃταν ἀνάρρωσε ὓστερα ἀπὸ λίγες ἡμέρες βάλθηκε στὸ ἔργο του πάλι. Μὰ λιγοστοὺς στρατιῶτες μπόρεσε νὰ συνάξη καὶ νὰ πάρη μαζὶ του. Οἱ ἀντιδραστὲς κατάφεραν νὰ δημιουργήσουν ἐχθρικὴ ἀτμόσφαιρα γιὰ τὸν πηλιορείτικο ἀγῶνα. Περίλυπος τότε μὰ κι’ ἀγανακτησμένος ὁ Περραιβὸς, ἔπιασε καὶ κατήγγειλε στὴν Κυβέρνηση τοὺς ἐνάντιους, τονίζοντας ἀντάμα ὃτι «κανέν ἄλλο αἴτιον δὲν τοὺς ἐξώκειλεν εἰς τὸ ἀντιπατριωτικὸν τοῦτο ἔργον παρὰ ἕνας φθόνος τόσον τυφλὸς καὶ ἀνόητος, ὣστε ἔμελλε νὰ ἐξολοθρεύση τὴν Πελοπόννησον μᾶλλον παρὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἄλλα μέρη τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα ἐχρημάτισαν πάντοτε τὸ σωτηριῶδες προπύργιὸν της».

    Ἔδωσε ὃμως ὁ Θεὸς καὶ ξεκίνησε καμμιὰ φορὰ ὁ θεσσαλὸς μαχητὴς μὲ τρία πλοιάρια γιὰ τὸ Τρίκκερι. Ἀλλὰ οἱ λιγοστοὶ πολεμιστὲς καὶ τὰ ἐλάχιστα τρόφιμα καὶ πολεμοφόδια ποὺ μπόρεσε νὰ συγκεντρώση ὓστερα ἀπ’ τὴ φαγωμάρα ποὺ προηγήθηκε, δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ δημιουργήσουν νέα κατάσταση στὸ Πήλιο. Ὡς τόσο ὁ Περραιβὸς τράβηξε κι’ ἔφτασε στὶς 27 Ἰουλίου τοῦ 23 στὴ παραλία τοῦ Τρίκκερι. Ἀπὸ κεῖ ἔστειλε γράμμα στὸ Καρατάσο, μὲ τὸ ὁποῖο τοῦ ἔκανε γνωστὴ τὴν ἄφιξὴ του καὶ ἀναγνώριζε τὴν ἀνάγκη μιᾶς σύντομης ἐπιθετικῆς ἐνέργειας. Ἀλλὰ κι’ ὁ πρῶτος κι’ ὁ δεύτερος - ὃταν μάλιστα εἶδε χειροπιαστὴ τὴ κοροϊδία τῆς Νότιας Ἑλλάδας - κατὰ βάθος εἶχαν ξεγράψει τὸ κίνημα αὐτὸ. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶναι παρακινδυνευμένη ἡ παραδοχὴ ὡρισμένων ἱστορικῶν ὃτι ὁ Περραιβὸς πρότεινε στὸ Καρατάσο, σὰν ἒσχατη λύση, τὴν συνθηκολόγηση. Ὁ πηλιορείτης μάλιστα ἱστορικὸς Γιάνης Κορδᾶτος βεβαιῶνει πὼς ὁ Περραιβὸς εἶχε συμβουλέψει μὲ γράμμα τὸ καπετάνιο νὰ ἔρθη σὲ διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Κιουταχῆ. Τὸ γράμμα ὃμως αὐτὸ ἔχει χαθῆ.

    Ὃ,τι καὶ νἄγινε πάντως, ἐκεῖνο ποὺ μένει γνωστὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὃτι οἱ ἕλληνες ἄρχισαν νὰ προσανατολίζονται πιὰ πρὸς τὴν ἰδέα τῆς παράδοσὴς των μὲ ὃρους. Θἄσωζαν τουλάχιστο ἔτσι τὰ κεφάλια τους καὶ θὰ ἐνίσχυαν ἄλλες ἐπαναστατικὲς ἑστίες, μιὰ καὶ δὲ μποροῦσαν νὰ κρατηθοῦνε πιὰ στὸ ξερόβραχο τοῦ Τρίκκερι καὶ κάθε ἐλπίδα γιὰ βοήθεια εἶχε φυλλορροήσει. Τὴ σκέψη τους αὐτὴ φαίνεται πὼς πληροφορήθηκε ὁ Κιουταχῆς καὶ γιὰ νὰ διευκολύνη τοὺς ἐπαναστάτας, ἦρθε πρῶτος σ’ ἐπαφὴ μ’ αὐτοὺς καὶ τοὺς πρότεινε νὰ παραδοθοῦνε. Οἱ ἕλληνες δέχτηκαν καὶ ἐνῶ ἔκλεινε ὁ Ἰούλιος ὑπέγραψαν μὲ τοὺς κατακτητὲς τὴ «συνθήκη εἰρήνης». Ὃλα πιὰ εἶχαν τελειώσει.

    Τούτη ὃμως ἡ χειρονομία τοῦ Καρατάσου ἔδωσε ἀφορμὴ στὴν δημιουργία μιᾶς ἀλυσίδας κατηγοριῶν ποὺ εἶχαν στόχο τὸ καπετάνιο. Πολλοὶ ἀπ’ τοὺς τοτινοὺς ἐπαναστάτες, ἀλλὰ κι’ ἀπ’ τοὺς ὑστερινοὺς ἱστορικοὺς καυτηρίασαν τὴ στάση του καὶ τὸν κατήγγειλαν ἐνώπιον τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἱστορίας. Πιθανὸν τὸ δίκαιο νὰ μὴν εἶναι μὲ τὸ μέρος τους. Ἄν ὁ Καρατάσος ἔκανε «καπάκι» μὲ τοὺς τούρκους, γιὰ νὰ πετύχη τὴν ἐλευθέρωση τῆς οἰκογενείας του ἀπ’ τὰ χέρια τους, ποὺ τελικὰ δὲν τὴν κατώρθωσε, πῶς δικαιολογεῖται ἡ ἐξακολούθηση τῆς πάλης του στὴ Νότια Ἑλλάδα; Ὑπάρχουν γραφτὲς πληροφορίες ποὺ μᾶς κατατοπίζουν ὃτι ὁ γερο - Καρατάσος οὔτε στιγμὴ δὲ δίπλωσε τὴ σημαία τοῦ ἀγῶνα στὴ Πελοπόννησο ὣς τὸ τέλος τῆς ἑλληνικῆς ἐπανάστασης. Ὁ ἴδιος δὲ ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ὤρθωσε τ’ ἀνάστημα μὲς ἀπ’ τὴ φάουσα τῆς διχόνοιας καὶ μὲ τὸ νταϊφὰ του ἔδωσε πρῶτος - πρῶτος γερὸ τράκο μὲ τὸν Ἰμπραὴμ καὶ τοὔκανε χαλάστρα στὴ Μεσσηνία.

    Ὓστερα ἀπ’ τὴ συνθηκολόγηση στὸ Τρίκκερι, τὸ Πήλιο ἡσύχασε. Ἀποσύρθηκαν οἱ ἐπαναστάτες, ἀποσύρθηκε κι’ ὁ Κιουταχῆς μὲ τ’ ἀσκέρι του κι’ ἡ ἴδια ραγιάδικη ζωὴ ἄρχισε πάλι νὰ ξετυλίγεται στὰ πηλιορείτικα χωριὰ. Μολαταῦτα δὲν ἔπαυσε κατὰ καιροὺς ν’ ἀκούεται τὸ καριοφίλι στὰ προσκυνημένα χωριὰ. Πότε αὐτὸς ὁ Καρατάσος, πότε ὁ Ζορμπᾶς καὶ ὁ Φιλάρετος τοῦ Προμυριοῦ, πότε οἱ Μπασδεκαῖοι τῆς Ζαγορᾶς ἔδιναν τὸ μαχητικὸ παρὼν τους στὸ Νότιο Πήλιο, ἔκαναν ζημιὲς στὶς τουρκικὲς φρουρὲς κι’ ἀνάγκαζαν τὸν ἐχθρὸ νὰ βρίσκεται πάντα ὣς τὸ τέλος τοῦ ἑλληνικοῦ ἀγῶνα, σὲ κατάσταση ἐγρήγορσης καὶ ἀνησυχίας.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΩΜΑΣ