• Ο «Ρμαγκήσιος» της Συκής

    Ο ερημίτης ψαράς και το άθλιο κατάλυμά του

    του Γιώργου Θωμά

    Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΩΡΕΣ», 5ο ΕΤΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 60, στις 15 Ιανουαρίου 1991 ως μέρος του κύκλου «ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΠΗΛΙΟΥ».

    Τον ήξεραν σαν όνομα μονάχα οι περισσότεροι κάτοικοι της Συκής, αφού σπανιότατα ανέβαινε στο χωριό, τον μπαρμπα-Νικόλα τον «Ρμαγκήσιο». Ετσι τον ονομάτιζαν, μ’ αυτό το παρανόμι, μια και ο ίδιος έμενε στη ζωή του αγρίμι και στοιχειό σ' εκείνα τα ρμάγκια (=ρουμάνια) της περιοχής, μπροστά στη θάλασσα του Αιγαίου. Χαιρόταν τα ρουμάνια, μα λάτρευε και την «πικροκυματούσα» ο «Ρμαγκήσιος». Τη χαιρόταν όμως όχι με τη διάθεση του σημερινού, ας πούμε, ανθρώπου, σαν μια ευάρεστη ύλη, πηγή δροσιάς και συντελεστική στη χαλάρωση του ανθρώπινου οργανισμού. Αλλιώς την αντίκριζε ο ερημίτης. Τη λάτρευε για τα ψάρια της και τα άλλα πλούτη της, κι ήθελε πάντοτε να την έχει πλάι του. Διάλεξε λοιπόν μια θαλασσοσπηλιά του Αιγαίου, κάτω απ' τη Συκή και κούρνιασε εκεί το κορμί του από τα νιάτα του ακόμα -είχε γεννηθεί στα 1869. Χειμώνα - καλοκαίρι εκεί στα άγρια βράχια -όσο ήταν νέος- παρέα με τα αγριοπερίστερα πάνω και τις φώκιες κάτω.

    Ένας γέρος με σκούφο
    Ο «Ρμαγκήσιος» της Συκής, ενώ στρίβει το μουστάκι του, για «να γίνει ...Καραϊσκάκης», όπως έλεγε αστειευόμενος. (φωτ. του Δ. Λέτσιου στα 1969).

    Καρφί δεν του καιγόταν, αν χαλούσε ο κόσμος. Ο «ρμαγκήσιος» να' ταν καλά και οι βάρκες του. Και πόσες τέτοιες δεν άλλαξε στη ζωή του - γυναίκα όμως μία, αυτή που του νομιμοποίησε η εκκλησία.

    Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΑΖΙ ΤΟΥ

    Οταν ο συκιώτης φίλος μου Λεωνίδας Βαούτης μου πρωτομίλησε για τούτη την απόκοσμη μορφή και μου πρότεινε να με συνοδέψει ως την άγρια κατοικία του, στιγμή δεν δίστασα. Πήρα τη συντροφιά μου και γραμμή για τη Συκή. Μέρα του Αγίου Νικολάου 1969 - η γιορτή του «Ρμαγκήσιου». Περπατήσαμε απ' τη Συκή μιάμιση ώρα κατά τα βόρεια, και κει στα σύνορα της συκιώτικης και της νεοχωρίτικης περιοχής, πέσαμε πάνω σ' ένα ερείπιο. Ηταν το κατάλυμα του μπάρμπα - Νικόλα.

    Είχε φύγει απ’ το θαλασσοσπήλι -γέροντας εκατό χρονώ τώρα- για να καταλήψει σ' εκείνο το χάλασμα, μέσα σε λιόδεντρα με την εικόνα του Αιγαίου μπροστά. Σάπια η πόρτα, ετοιμόροπα τα ντουβάρια, με δύο τρύπες για παράθυρα μπουλωμένες με διπλωμένα παλιοτσούβαλα, με μια σκεπή μισάνοιχτη! Μέσα εκεί ο μπάρμπα – Νικόλας και τα δύο υπερήλικα παιδιά του. Ριχμένοι και οι τρείς μέσα στην απέραντη ερημιά από χρόνια, ζούσαν σε απύθμενο θα 'λεγα βάθος πρωτογονισμού – ζωή άθλια και κακομοιριασμένη. Εικόνα φτώχειας με τα χαρακτηριστικά της αγνότητας και της ανυποψίαστης αφέλειας.

    Αφελέστατα τα δύο παιδιά του, δέχτηκαν τη Βολιώτικη συντροφιά:

    - Καλώς τους, λάτι να σας ιδούμι στού κουνάκ'μας, το ευγενικό τους κάλεσμα.

    Μας άκουσε από μέσα ο πατέρας τους κι έμπηξε τις φωνές:

    - Ου, ου, απόξου, λάτι μέσα άνθρουπ' τ' Θιού, λάτι να σας δου...

    Προχώρησα πρώτος, πέρασα στο κονάκι. Ενα ζωντανό - σκέλεθρο κείτονταν ανάσκελα μ' αναδιπλωμένα τα πόδια σ' ένα αυτοσχέδιο παλιοκρέβατο. Στα πόδια του πεταμένα πιάτα, πηρούνια, μαχαίρια, τσουκάλια, κατσαρόλες... Κολλητά στο κρεβάτι το μαύρο αρχέγονο τζάκι με μια φωτιά να καίει σε ψηλό σωρό στάχτης. Κι ένα γύρω μισοσκόταδο. Χρειάστηκε να'ρθει η κόρη του να συνδαυλίσει τη θράκα, για να φωτιστεί ο χώρος, να ιδώ τον υπέργηρο Συκιώτη. Τότε αντιλήφθηκα τα χέρια του, που τα είχε απλωμένα σε θέση επίμονης ικεσίας για να πιάσει τα δικά μου. Τέσσερα χέρια συμπλέχτηκαν σ' έναν αγνό χαιρετισμό. Κάθησα στο σκαμνί, το ισχνότατο γεροντάκι άρχισε να μου ιστοράει τούτα, να μου διηγάται κείνα. Με κείνη την αγνότητα και την αφέλεια, που σημάδευε βαθιά το λαό μας.

    «Πέρασα απ' λες ιυτυχίες και δυστυχίες δω μέσα. Ιβδουμήντα ουλόκληρα χρόνια. Τ' ακούς, καλέ μ’; Ιβδουμήντα χρόνια. Να δώια ξ'ψύχ'σι η γριά μ', εξήντα χρουνού σν' αγκαλιά μ'... Αχ, Θιέ μ', δώσι στού κουσμάκ' τα χρόνια μ'...»

    ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΨΑΡΑΣ

    Μιλούσε και ο λόγος του έσταζε πίκρα για τους χαμένους καιρούς του, για το χωρισμό του απ' τη θάλασσα που τον έθρεψε και τον συντήρησε στη ζωή του. Εβδομήντα ολόκληρα χρόνια κοντά της, να τρυγάει τα πλούτη της, να σκίζει με τις παλιόβαρκες τα πλάτια της, σ' έναν αγώνα σφραγισμένο από βάσανα και θυσίες, χαρές και πίκρες. Και η μία βάρκα του να διαδέχεται την άλλη. Εικοσιδύο τέτοιες άλλαξε στην μακρόχρονη θητεία του στο χώρο της θάλασσας, και κοντά στις εβδομήντα χιλιάδες οκάδες ψάρια ανάσυρε, όπως λέει, απ' το νερό στην ατέλειωτη ζωή του. Παρ' όλη όμως την επαφή του με τα ποσειδώνια πλάτη, «δε βράχ'κι η πλάτ' μ». Ποτέ δεν τον «άδειασε» κανένα πλεούμενό του, γι' αυτό είχε λάβει τη μορφή του πάθους και για να' ναι συνέχεια κοντά του, ζούσε το μισό χρόνο ολομόναχος σε θαλασσινή σπηλιά, κάτω απ' το γιατάκι του. Ητανε ένας σωστός ερημίτης, γνήσιος και ασπέδιστος, πέρα από επιδράσεις και αντανακλάσεις της ζωής των άλλων, ένα ριζιμιό λιθάρι του τόπου του, βράχος άγριος και αδιαμόρφωτος σαν κι αυτούς που ορθώνονται στο ηλιόφως του περιγιαλιού κάτω και χτυπιόνται νυχτοήμερα από το κύμα. Ο μπάρμπα - Νικολής της Συκής έμενε απελέκητος από κάθε μορφή πολιτισμού, τη μόνη επικοινωνία με τον κόσμο την είχε στα χρόνια του πολέμου του Δώδεκα - Δεκατρία ως το 1918. Ντυμένος τότε στο χακί, ένιωσε για πρώτη φορά την ανθρώπινη ανάσα να τον κυκλώνει ως την ώρα που απολύθηκε, για να τρέξει πάλι στο κονάκι του και τη σπηλιά του και να συνεχίσει το ταπεινό του έργο.

    Μου τα' λεγε τούτα, διανθισμένα πάντοτε μ' ένα απροσποίητο χιούμορ, μες στην απίθανα πρωτόγονη εκείνη φτωχοκάμαρα με δύο τρία σκυλιά κι άλλα τόσα γατιά ν' ανεβοκατεβαίνουν στο κρεβάτι του, στο σκοτεινό εκείνο χώρο, που το σημάδευαν κρεμμύδια, κυδώνια, παλιολύχναρα και νεροκολόκυθα (για κρασί και νερό), δημιουργώντας ένα πλαίσιο άθλιο στην εμφάνισή του, μα τόσο φυσικό και αληθινό.

    ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΣΤΑ 1881 ΚΑΙ 1897

    Ο λόγος ύστερα για τους Τούρκους. Τους θυμόταν καλά όταν φεύγανε στα 1881 με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας. Αναθυμόταν και τα γλέντια που οργάνωσαν οι πατριώτες του για να γιορτάσουν το μέγα γεγονός. Η μνήμη του όμως ήταν περισσότερο δεμένη με το άτυχο ενενήντα εφτά. Οταν οι Οθωμανοί επισκέφτηκαν και τη Συκή καβάλα στ' άλογά τους. «Του λουιάζου ακόμα όταν έφυβγαν οι πασιάδις οι ρουφιάν'», τόνιζε αναστενάζοντας. «Πιδιά μ' όμους ακούτι -υπογράμμιζε στη συνέχεια- εχ' κι μια λιβέντ'σσα η Σ'κή. Να του λέτι για να του μάθ' ι κόσμους Είνι η Αναγνωστίνα απ' πουλέμ'σι μι τ'ς τούρκ'». Κι άρχισε να διηγάται τα καθέκαστα, ξαπλωμένος πάντοτε ανάσκελα στο ρυπαρό κρεβάτι του.

    Σαν πήγαν δηλαδή στη Συκή οι μουσουλμάνοι στην Επαναστάση του Εικοσιένα, η Αναγνώσταινα κλειδομανταλώθηκε με τους δικούς της σπίτι της και πιάνοντας το «μασγάλι» (πολεμίστρα) βαρούσε τους εχθρούς. Απ' έξω αυτοί έπιασαν θέση μάχης κάνοντας στόχο των όπλων τους το ηρωϊκό σπίτι. Μια σφαίρα τότε χτυπάει τον άντρα της και τον αφήνει στον τόπο. Γέμισε το πάτωμα αίματα, τα είδε η ανυπόταχτη γυναίκα και για να μη φοβίσει τα παιδιά της, πνίγοντας μέσα της τον πόνο, έκραζε: «Αχ, μουρέ παιδιά μ', χύθ'κι η κανάτα μι του κρασί κι γιόμ'σι του πάτουμα...»

    Είδαν κι απόειδαν κάποτε οι Τούρκοι κι αποσύρθηκαν. Το σπίτι έμεινε απόρθητο με μια ψυχή λιγότερη... Τον ίδιο καιρό κάποιοι συκιώτες και άλλοι πατριώτες περίμεναν τους εχθρούς στην τοποθεσία της περιοχής «Γιουγαναίικα» άνοιξαν τουφέκι και η μάχη γενικεύτηκε. Δεν ήξερε όμως να μου πει το αποτέλεσμα της σύρραξης.1

    ΝΑ ΤΟΝ ΘΑΨΟΥΝ ΜΕ... ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

    Ο χώρος όπου έμενε ο γερο - παππούς, ο αποκρουστικός για μας, όχι σαν διαμονή μονάχα μα και σαν θέαμα ακόμα, δεν εξαγοραζόταν ούτε μ' όλα τα πλούτη του κόσμου από τον αιωνόβιο γέροντα. Το δήλωνε κατηγορηματικά: «Μη μ'πει κανένας να φύβγου απουδώ. Θα τούνι κριμάσου». Εκεί ήθελε να πεθάνει. Κι ύστερα να μεταφερόταν στη Συκή για να θαφτεί στο νεκροταφείο όχι με κλάματα μα με τραγούδια! «Να μι πάνι -το τόνιζε- να μι θάψ'νι μι μουσική, μι τα όργανα κι να ριξ'νι κι τρία όπλα».

    Για να μάθει ο κόσμος -η παρατήρηση δική μου- ότι κηδεύεται ένας Ελληνας ευτυχισμένος με το τίποτα μες την απέραντη έκταση της φτώχιας και της κακομοιριάς. Χωρίς ψωμί, χωρίς λάδι, χωρίς κρέας, χωρίς τροφές, ζούσαν και οι τρεις τρώγοντας χόρτα της γης και ό,τι πρόχειρο τους μετέφερε ως εκεί κάποιος διαβάτης. Ζούσαν με τον αέρα μόνο! Αυτή όμως η φυσική τροφή έκανε -όπως λέγαν στο χωριό- και τους τρεις υγιέστατους, αυτή αύξησε τα χρόνια του γέρου σε 100. «Θέλετε να σκοτώσετε τον μπάρμπα - Νικόλα; Δώστε του κρέας να φάει», ο ισχυρισμός των Συκιωτών.

    Ο άνθρωπος στην πρωτόγονη μορφή του. Τζιτζίκι που ικανοποιείται με το τίποτα, άγευστος απ' τα αγαθά του πολιτισμού, δεμένος ξεχωριστά με τη γη του, με υποτυπόδικη υλική υποδομή εναντίον των στοιχείων της φύσης, πέρ' από προβλήματα ζωής και σκέψεις καταλυτικές, άφηνε τις μέρες του να κυλούν στο φυσικό τους ρυθμό, πετυχαίνοντας το ανεπίτευκτο: Να βρίσκει, μεσ' απ' την απέραντη φτώχεια του, την απέραντη ευτυχία!

    Η ζωή που ήξερε να γελάει συνέχεια, έστω και κάτω από το ένδυμα της πιο φωναχτής μιζέριας. Ευτυχισμένος σαν μικρός Θεός, με χαρές του πλήθους λαχταρούσε να κηδευτεί. Δεν του έκαμαν όμως το χατίρι οι συγχωριανοί του την επόμενη χρονιά που πέθανε. Ούτε λαλούμενα στη νεκρική πομπή, ούτε τραγούδια - τόσο μακριά απ' την κατανόηση του ταπεινού βρισκόταν ο κόσμος...

    1. Ισως όλα τούτα να έχουν ανταπόκριση στην πραγματικότητα. Η βιβλιογραφία, πάντως, της Ιστορίας, τα αγνοεί.