• Η τρικεριώτικη Πρωτομαγιά

    Στο Τρίκερι τον τόνο της Πρωτομαγιάς τον έδιναν οι γυναίκες· περισσότερο οι αρραβωνιασμένες, οι νιόπαντρες και τα κορίτσια. Όλες αυτές λοιπόν, αφού φορέσουν τις ελαφρές τους στολές1 την παραμονή της Πρωτομαγιάς, βγαίνουν στη θέση «Χανή» λίγο έξω απ’ το χωριό.

    Στον ίδιο χώρο καταλήγουν κι άντρες (αρραβωνιασμένοι για να καμαρώσουν τις αρραβωνιαστικές τους και νέοι για να επισημάνουν τις μορφονιές), καθώς και ο «Μάης» του χωριού και βέβαια και οι μουσικάντες. Τούτος ο «Μάης» όμως δεν πηγαίνει πεζός, όπως στα χωριά του Βόλου. Πηγαίνει καβάλα σε ανθοστόλιστο γαϊδούρι και μάλιστα ανάποδα. Ένα γύρω τα παιδιά, στολισμένα με λουλούδια ή στεφανωμένα με αγράμπελη, τρέχουν και πηδούν και χαλάει ο κόσμος.

    Στο πλάτωμα της «Χανής» οι γυναίκες πιάνονται στο χορό, κρατώντας ανάμεσα στα χέρια τους κι από ένα μπουκέτο λουλούδια. Πρώτα όμως μπαίνουν οι αρραβωνιασμένες και τα κορίτσια της παντρειάς κι ύστερα ακολουθούν οι άλλες, έτσι ώστε ο χορός να αντιπροσωπεύεται απ’ όλες τις ηλικίες. Χορεύουν στο ρυθμό ενός «πεταχτού» συρτού, που παίζει η ορχήστρα, ενώ όλες μαζί συνοδεύουν τη μελωδία με το τραγούδι της Πρωτομαγιάς:

    • «Καλῶς τόνε τό Μάη τό Χρυοομάη
      μέ τ’ ἂνθη στολισμένος ἦρθε πάλι.
      Τραγουδοῦν τό Μάη Μάη γύρω οτά κλαριά
      τραγουδοῦν τό Χρυοομάη στην ἀλυγαριά.
      Πρωτομαγιά τά λούλουδα γιορτάζουν
      καί τά πουλιά τά ταίρια τους φωνάζουν
      τραγουδοῦν τό Μάη Μάη γύρω στά κλαριά
      τραγουδοῦν τό Χρυοομάη στην ἀλυγαριά.
      Κορίτσια περπατοῦνε ταίρι – ταίρι
      μέ λούλουδα Πρωτομαγιᾶς στό χέρι
      τραγουδοῦν τό Μάη Μάη γύρω στά κλαριά
      τραγουδοῦν τό Χρυοομάη στην ἀλυγαριά
      ».

    Δυο και τρεις ώρες κρατάει ο χορός των γυναικών με τη συνοδεία κι άλλων δημοτικών τραγουδιών, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα γενικής ευφρόσυνης, που την τονώνει η πνοή του ανοιξιάτικου περιβάλλοντος και η προσμονή του Μάη.

    Η ατμόσφαιρα της χαράς μεταφέρεται ύστερα στην κεντρική πλατεία του Τρίκερι. Εδώ θα βγει τώρα όλο το χωριό να συμμετάσχει στην κοινή διάχυση, καθώς στήνονται νέοι χοροί στην πλατεία με χορευτές όμως άντρες και γυναίκες. Ο χορός είναι γενικός, χωρίς καμία διάκριση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, και κρατάει έως το σούρουπο. Η πλατεία αδειάζει, αλλά ένα νέο χρέος ξανοίγεται εκείνη τη νύχτα για τις αρραβωνιασμένες.

    Από μέρες οι τελευταίες έχουν φροντίσει να μαζέψουν λουλούδια από τα πιό απόκρημνα και άγρια μέρη της περιοχής. Πεζοπορούν παρέες - παρέες δυο και τρεις ώρες και φτάνουν πολλές φορές έως το ρημοκλήσι της Παναγίας προς το μέρος της Μιλίνας. Ψάχνουν μέσα στα άγρια βράχια να ανακαλύψουν τα λουλούδια «μάηδες». «Δέ διστάζουν -γράφει ο Κ.Δ. Πατρίκος (όπ.π.)- ν’ἀναρριχηθοῦν πάνω στους πιό ἀπόκρημνους βράχους γιά νά τούς μαζέψουν, πού καί ὁ πιό πεπειραμένος ὀρειβάτης θά δίσταζε ν’ἀνεβῆ».

    Με τα αγριολούλουδα τούτα σχηματίζει η καθεμιά μερικά μπουκέτα, που να έχουν όμως στη μέση όσο γίνεται περισσότερους «μάηδες». Τα μπουκέτα τα δένουν με πλατιές κόκκινες και ροζ κορδέλλες, και τα μεσάνυχτα της παραμονής καθεμιά απ’τις αρραβωνιασμένες ξεκινάει με φίλες της, για να κρεμάσει τα λουλούδια στα σπίτια του αρραβωνιαστικού και των συγγενών του. Έχουν μαζί και σκάλες, σφυριά και καρφιά και φτάνουν πρώτα στο σπίτι του πρώτου, αθόρυβα μες στη νύχτα. Στο υπέρθυρο κρεμούν το μπουκέτο του γαμπρού, ειδικά κατασκευασμένο και πιο φανταχτερό απ’ όλα. Αποκεί πάνε κι επισκέπτονται με τη σειρά όλα τα συγγενικά σπίτια του γαμπρού, για να κρεμάσουν με τον ίδιο τρόπο τα μαγιάτικα μπουκέτα- πάντα σιωπηλά, ώστε να μην προδίδεται η παρουσία τους.

    Μαγιάτικα μπουκέτα στο Τρίκερι
    Μαγιάτικα μπουκέτα, κρεμασμένα από αρραβωνιαστικιά του Τρίκερι σε αυλόπορτα συγγενικού της σπιτιού στο χωριό της (φωτογρ. Γιάννη Μουγογιάννη).

    Άμα ο γαμπρός έχει πλεούμενο, δεν θα αρκεστεί η παρέα της αρραβωνιαστικιάς μόνο στο κρέμασμα των λουλουδιών στο σπίτι του. Πρέπει οπωσδήποτε να κατηφορίσει, δυο χιλιόμετρα προς τα κάτω, στο λιμάνι της Αγίας Κυριακής, για να κρεμάσει λουλουδένιο στεφάνι στο κατάρτι του καραβιού μέσα στο σκότος της ίδιας νύχτας2.

    Ο νυχτερινός αυτός στολισμός σπιτιών και καραβιών, που πουθενά αλλού στο Πήλιο δεν συναπαντιόται, θα προβληθεί στο πρωτομαγιάτικο πρωινό όχι μονάχα σαν εκδήλωση φιλοφροσύνης και αγάπης, αλλά και σαν μια πράξη θάρρους (και νίκης) την πρωτομαγιάτικη νύχτα. Οι σπιτικοί (και περισσότερο του γαμπρού) συγκινούνται τόσο, ώστε υποχρεώνονται να στείλουν στις αρραβωνιαστικές μεταξωτά μαντίλια γεμάτα με λουκούμια και κουφέτα και δεμένα με κόκκινη κορδέλλα. Έτσι όλοι ζουν με την ικανοποίηση της προσφοράς αλλά και της αμοιβαιότητας: Οι μελλόνυμφες γι’αυτή την αισιόδοξη νότα που προσδίνουν στα συγγενικά σπίτια και οι αποδέχτες των λουλουδιών για την ανταπόκριση τους στη φιλική χειρονομία ενός καινούργιου μέλους του συγγενικού τους κύκλου.

    1. Οι στολές αυτές αποτελούνται, όπως γράφει ο Κ.Δ. Πατρίκος που παρουσιάζει το έθιμο (εφημ. «Ταχυδρόμος» 30 Απριλίου 1966), από «τσίτια κόκκινα μέ θαλασσιές ποδιές, ἂσπρα μεταξωτά ἤ κρεπόν πουκάμισα μέ κεντημένες ραγίτσες ἤ κλήματα ἀπό ἀτόφιο χρυσάφι στόν ποδόγυρο καί στά μανίκια, κίτρινα μαντήλια, ἂσπρες κάλτσες καί χρυσοποίκιλτα πολίτικα (απ’τήν Κωνσταντινούπολη) πασούμια».
    2. Τόσο τα στεφάνια όσο και τα μπουκέτα τ’αφήνουν στη θέση τους ένα χρόνο, έως την επόμενη Πρωτομαγιά.