• Ονομαστικές γιορτές

    Οι επισκέψεις στα σπίτια δεν παρατηρούνταν μονάχα όταν πανηγύριζε το χωριό ή ο συνοικισμός τον προστάτη άγιο. Πραγματοποιούνταν -και πραγματοποιούνται ακόμα- και σ’ όλες τις μεγάλες γιορτές του χριστιανισμού, όταν γιόρταζαν κυρίως οι άντρες. Οι «μικρότερες» γιορτάδες περνούσαν απαρατήρητες σχεδόν από τον κόσμο του Πηλίου.

    Ωστόσο σε ανέκδοτο σημείωμα του Ζαγοριανού Πατριάρχη Καλλίνικου (βλ. 103 Χειρόγραφο στη ζαγοριανή Βιβλιοθήκη), επισημαίνουμε δυο μεγάλα γλέντια με πολλούς προσκαλεσμένους -μαζί και ρασοφόροι- που οργανώθηκαν στη Ζαγορά το 1763-1764 από ανθρώπους που γιόρταζαν σε «μικρές» γιορτές. Το ένα του Αγίου Στεφάνου και το άλλο του Αγίου Αντωνίου. Το δεύτερο μάλιστα άρχισε το μεσημέρι με κοινό τραπέζι και τράβηξε ως τα βαθιά της νύχτας.

    Μεγάλες γιορτές στο Πήλιο θεωρούνταν -και θεωρούνται έως τις μέρες μας- τ’ Αϊ-Γιαννιού (την επαύριο των Φώτων), του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, των Αγίων Αποστόλων, του Δεκαπενταύγουστου, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Νικολάου, των Χριστουγέννων κλπ. Τις μέρες αυτές όλα τα σπίτια που γιόρταζαν, είταν ολάνοιχτα από την ώρα που τελείωνε η λειτουργία1 ως τα βαθιά της νύχτας. Παρέες-παρέες λοιπόν οι φίλοι, οι γνωστοί και οι συγγενείς -πάντα κατά οικογένειες- επισκέφτονταν αυτά τα σπίτια να ευχηθούν και να κεραστούν2. Εύχονταν «χρόνια πολλά» ή «μ ’ ένα καλό γαμπρό», «με μια καλή νυφαδιά», «μ’ ένα γιό» (στις ανάλογες περιπτώσεις κττ.) Η νοικοκυρά τότε κερνούσε μπακλαβά -συνήθως ο μπακλαβάς γίνονταν στα σπίτια με κάποια οικονομική ευμάρεια- ή κουραμπιέδες ή γλυκό του κουταλιού -στα φτωχότερα σπίτια. Το γλυκό αυτό -πορτοκάλι, κυδώνι, ντοματάκι, καρύδι, σταφύλι- δεν προσφερόταν χωριστά στον καθένα. Τοποθετούνταν σε κεσέ απάνω στο δίσκο, όπου υπήρχαν δίπλα και τα κουτάλια. Έτσι ο κάθε επισκέπτης έπιανε το κουτάλι και βουτώντας το στον κεσέ, έπαιρνε μια κουταλιά γλυκό, κι αφού το έτρωγε, άφηνε το κουτάλι μες σε μια κούπα με νερό. Μαζί προσφερόταν και ρακί (για τους άντρες) και νερό (για τις γυναίκες). Πολλοί άντρες όμως δεν καταδέχονταν τα γλυκά. Προτιμούσαν μεζέδες και κρασί. Απ’ τις πολλές επισκέψεις τώρα έρχονταν στο κέφι, και η ατμόσφαιρα στα πηλιορίτικα κονάκια γινόταν πολύ χαρούμενη και διασκεδαστική. Το κουβεντολόι και τ’ αστεία έπαιρναν κι έδιναν, κι άναβαν τα τραγούδια.

    Σε αρκετά σπίτια χόρευαν κι όλας. «Άιντε, να το σύρουμε για το καλό» έλεγαν. Αλλά το κέφι φούντωνε το βράδι, κυρίως στα σπίτια που γιόρταζαν παλικάρια. Αυτά καλούσαν, πάντα σχεδόν, εκτός αν πενθούσαν, δικούς και φίλους, έστρωναν τάβλα κι έτρωγαν κι έπιναν ως αργά τη νύχτα, ποικίλλοντας το κλίμα με χορούς και τραγούδια3. Ένα γύρω οι γυναίκες τα κερνούσαν και τα καμάρωναν. Με την ευκαιρία πρέπει να σημειωθεί, ότι σ’ όλο το διάστημα της Τουρκοκρατίας στο Πήλιο, η γυναίκα δεν έμεινε κλεισμένη σε χωριστό δωμάτιο· κυκλοφορούσε ελεύθερα στο σπίτι και μεταξύ αντρών τόσο της οικογένειας όσο και ξένων κι έτρωγε στο ίδιο το τραπέζι με τους άλλους άντρες. Εννοείται βέβαια πως ένας φτωχός δεν τολμούσε να επισκεφτεί αρχοντόσπιτο, εκτός αν είταν στενός συγγενής. «Τί δ’λειά έχουμι μεις μι τ’ς αρχόντ’», μονολογούσαν.

    1. Πολλές οικογένειες σε όλα τα χωριά συνήθιζαν να καλούν τον παπά στο σπίτι ύστερ’ από τη λειτουργία, για να διαβάζει το ύψωμα.
    2. Σύμφωνα με μια περικοπή άρθρου του Γεωργίου Αδρακτά από τα 1892 (Βίος και Έργα επί του Πηλίου, όπ.π.), α) οι επισκέπτες των λαϊκών τάξεων σε όλα τα χωριά και κυρίως τα πιο μικρά, περνούσαν μέσα χωρίς παπούτσια, γιατί τα ’βγαζαν, όπως κάνουν οι Μουσουλμάνοι στα ιερά τους τεμένη και β) σπάνια χρησιμοποιούσαν τη χειραψία, επειδή «θεωρεῖται ὥς τι κοπιῶδες καί περιττόν ἔργον».
    3. Στις συγκεντρώσεις αυτές καλούσαν και παπάδες, και στη Ζαγορά κι αυτόν τον ίδιο τον Πατριάρχη Καλλίνικο, όταν ιδιώτευε στη γενέτειρά του το Β' μισό του 18ου αιώνα. Σε μια τέτοια σύναξη σε σπίτι της Ζαγοράς, όπου άναψε το γλέντι, μερακλώθηκε ο Πατριάρχης και σύνταξε τροπάρια της στιγμής, υμνητικά της καλής παρέας εκείνης της βραδιάς και του κρασιού, για να τραγουδηθούν. Να μερικοί στίχοι: «Κανάτα γεμισμένη, σέ ἐπιθυμοῦσιν οἱ ἱερεῖς τοῦ Σωτῆρος κι οἱ ἀλλοι ὁμοῦ, νά σέ ρουφήση καθένας τό γρηγορώτερον (...) Τέτοιο καλό στομάχι ἔχουν οἱ παπάδες καί καλεσμένοι καί ξένοι μαζί, καί τό τσιμπούκι νά μή λείπη ἀπό τό στόμα τους (...) Τό μοσχᾶτο τό κρασί καί τό συχνό το κέρασμα, καί βρώματα τά ἐκλεκτά, καί συντροφιά σας, ἡ καλή, νά εὐθυμήσω μ’ἔκαμαν, καί γάρ ἡ κεφαλή μου κλονίζει, ταράττεται (...) Οἶνος ὁ γλυκύς εὐφραίνει τούς πίνοντας συχνά κερνούμενος, καί τά φαγητά ὁμοῦ, μεζέδες χοίρου, ψητόν λουκάνικον, τήν συντροφιάν ἅπασαν ἐγείρει λέγουσαν· καλεσμένοι τρώγετε καί πίνετε εἰς τραπέζι υfο£ Δημητράκαινας(...)» (Βαγγέλη Σκουβαρά, Πηλιορείτικα Α', όπ.π., σελ. 219-220, όπου έχουν μεταφερθεί με κάποια λάθη).